- σῑταγωγέω
- σῑτ-αγωγέω, Getreide führen, fahren, Getreide zu- od. herbeiführen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
σιταγωγοῦσιν — σῑταγωγοῦσιν , σιταγωγέω convey corn pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) σῑταγωγοῦσιν , σιταγωγέω convey corn pres ind act 3rd pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐσιταγώγουν — ἐσῑταγώγουν , σιταγωγέω convey corn imperf ind act 3rd pl (attic epic doric) ἐσῑταγώγουν , σιταγωγέω convey corn imperf ind act 1st sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιταγωγείτωσαν — σῑταγωγείτωσαν , σιταγωγέω convey corn pres imperat act 3rd pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιταγωγοῖς — σῑταγωγοῖς , σιταγωγέω convey corn pres opt act 2nd sg (attic epic doric) σῑταγωγοῖς , σιταγωγός conveying corn masc/fem/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιταγωγοῖσι — σῑταγωγοῖσι , σιταγωγέω convey corn pres part act masc/neut dat pl (doric) σῑταγωγοῖσι , σιταγωγός conveying corn masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιταγωγοῦντας — σῑταγωγοῦντας , σιταγωγέω convey corn pres part act masc acc pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιταγωγῶν — σῑταγωγῶν , σιταγωγέω convey corn pres part act masc nom sg (attic epic doric) σῑταγωγῶν , σιταγωγός conveying corn masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)